"᾿Εγώ εἰμί τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος" (᾿Αποκ. κβ΄, 13)

Κείμενα γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα στή διαχρονική της μορφή, ἄρθρα ὀρθοδόξου προβληματισμοῦ καί διδαχῆς, ἄρθρα γιά τήν ῾Ελλάδα μας πού μᾶς πληγώνει...


Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Ἡ πνευματικότητα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς Τζέρπος Δημήτριος (Πρωτοπρεσβύτερος)



Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ κύριος λόγος πού συνετέλεσε στή διαμόρφωση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὡς τῆς τεσσαρακονθήμερης περιόδου νηστείας καί γενικῆς πνευματικῆς προπαρασκευῆς γιά τή μεγάλη ἑορτή τοῦ Σταυραναστάσιμου Πάσχα πού ἀκολουθεῖ, εἶναι τό παράδειγμα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος πρίν ἀρχίσει τή δημόσια δράση Του προετοιμάστηκε στήν ἔρημο "νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα" γιά νά ἀντιμετωπίσει τούς γνωστούς τρεῖς πειρασμούς τοῦ διαβόλου (Ματθ. δ´ 11). Πρός μιά τέτοια πνευματική ἔρημο παρομοιάζεται ἀπό τούς ἁγίους πατέρες καί ἡ Μ. Τεσσαρακοστή, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ χριστιανός, μιμούμενος τόν Κύριο, ἀποδύεται σ' ἕναν ἀνάλογο πνευματικό ἀγώνα, ἀντιτάσσοντας στόν πρῶτο πειρασμό αὐτή καθαυτή τή νηστεία, στόν δεύτερο τήν ἀδιάλειπτο λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί στόν τρίτο τήν ταπείνωση ὡς μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν.

Ὅμως, ἡ χριστοκεντρική αὐτή θεμελίωση τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί ἡ σωτηριολογική θεώρησή της, ὡς μιᾶς ξεχωριστῆς εὐκαιρίας μίμησης τοῦ Χριστοῦ, φαίνεται ἰδιαίτερα στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο διοργανώνεται καί νοηματίζεται κατά τήν περίοδο αὐτή ἡ κοινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας. Καί δέν ἀναφερόμαστε ἐδῶ στήν πνευματική πανδαισία πού προσφέρουν στούς πιστούς οἱ δοξολογικές ἀκολουθίες τῶν πέντε Κυριακῶν τῶν Νηστειῶν ἤ ἡ τόσο λαοφιλής καί πανηγυρική ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται κατά τίς ἑσπερινές λατρευτικές συνάξεις κάθε Παρασκευῆς, ὡς προεόρτιος ἤ μεθεόρτιος ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἐννοοῦμε κυρίως τόν κύκλο τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ Νηχθημέρου (Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, Ὧρες, Ἑσπερινός, Μέγα Ἀπόδειπνο), στίς ὁποῖες καί ἐγκρύπτεται κυρίως τό ἐσώτερο νόημα τῆς πνευματικότητας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Διότι ἐμπλουτισμένες, κατά τήν περίοδο αὐτή, μ' ἕνα πλῆθος ἐκλεκτῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων καί κατανυκτικῶν ὕμνων, καί σέ συνδυασμό μέ τή νηστεία καί τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, οἱ ἀκολουθίες αὐτές ἀποτελοῦν μιά θαυμάσια ἔκφραση τοῦ ἰδανικοῦ καί τῆς ἀδιάλειπτης δοξολογίας τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα τό πλαίσιο μιᾶς καθημερινῆς πνευματικῆς "ἀποδεκάτωσης" τῆς ζωῆς μας, ὅπως ὁρίζει τήν πνευματικότητα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης.

Ὅσο, ὅμως, κι ἄν οἱ ἀκολουθίες αὐτές ἀποτελοῦν τά εὔοσμα ἐκεῖνα ἄνθη, πού φαιδρύνουν μέ τήν παρουσία τους τήν πνευματική ἔρημο τῆς τεσσαρακονθήμερης νηστείας, εἶναι ἐπίσης γεγονός ὅτι, ἐξ αἰτίας ἱστορικῶν συγκυριῶν καί τῆς προοδευτικῆς ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἡ πρόσβαση σ' αὐτές ἀποτελεῖ σήμερα προνόμιο μόνο τῶν μοναχῶν καί ὁρισμένων ἄλλων φιλακόλουθων χριστιανῶν. Γι' αὐτό καί εἶναι εὔλογο τό ἀπό πολλές πλευρές διατυπούμενο αἴτημα τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν στά δεδομένα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Κάτω ἀπό τίς προϋποθέσεις αὐτές ἡ περισσότερο ἀξιοποιήσιμη ποιμαντικά εἶναι ἀναμφισβήτητα ἡ Ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, πού ἀποτελεῖ τό ἀποκορύφωμα τῆς καθημερινῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν περίοδο αὐτή.

Πράγματι, ἡ ἀκολουθία τῶν Προηγιασμένων Δώρων εἶναι μιά ἰδιαίτερη ἑσπερινή ἀκολουθία, πού ψάλλεται κατά τίς Τετάρτες καί Παρασκευές τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί τά ἰδιάζοντα στοιχεῖα τῆς ὁποίας νοηματίζουν κατά ἕνα ξεχωριστό τρόπο τήν ἑσπερινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν περίοδο αὐτή. Ἔτσι, Τά πρός Κύριον (Ψαλμ. 119-133) εἶναι οἱ λεγόμενες Ὠδές τῶν Ἀναβαθμῶν, πού ἔψαλλαν οἱ εὐσεβεῖς Ἰουδαῖοι, καθώς ἀνέβαιναν λιτανεύοντας τά σκαλιά τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος καί διά μέσου τῶν ὁποίων ἐκφράζεται καί σήμερα κατά ἕνα μοναδικό τρόπο ὁ πόθος τοῦ λατρεύοντος χριστιανοῦ γι' αὐτή τήν ἑσπερινή του συνάντηση μέ τόν Κύριο. Ἡ εὐλογία τοῦ λαοῦ μέ τήν ἀναμμένη λαμπάδα καί ἡ ἱερατική ἀναφώνηση "Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι" ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἀρχαία χριστιανική συνήθεια τῆς εὐλογίας τοῦ ἑσπερινοῦ φωτός καί ἀποτελοῦν μιά συμβολική ἀναγωγή στήν ἔννοια τοῦ πνευματικοῦ φωτός τοῦ Χριστοῦ (Ἰωάν. η´ 12· Ματθ. ιδ´ 20), πού συνδέεται ἄμεσα καί πρός τά ἁγιογραφικά ἀναγνώσματα πού ἀκολουθοῦν. Πρόκειται γιά τά ἴδια περίπου ἀναγνώσματα, πού διαβάζονταν στίς ἀντίστοιχες ἑσπερινές κατηχητικές συνάξεις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καί μᾶς μεταφέρουν στήν ἀτμόσφαιρα τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας τῶν πρός τό Ἅγιο Φώτισμα (Βάπτισμα) εὐτρεπιζομένων ἀδελφῶν, πού γινόταν κατά τήν περίοδο αὐτή, καί ὑπέρ τῶν ὁποίων ὥς σήμερα γίνονται εἰδικές δεήσεις στά πλαίσια τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς. Χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς εἶναι ἀκόμη ἡ ἀσματική ψαλμώδηση τοῦ ἀναδιπλούμενου 140 ψαλμοῦ τοῦ λυχνικοῦ, μέ ἐφύμνιο τόν β´ στίχο τοῦ "Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου...", πού ἐπέχει θέση προκειμένου ἤ ἀλληλουαρίου τῶν ἁγιογραφικῶν ἀναγνωσμάτων καί τή λειτουργικότητα τοῦ ὁποίου, ὡς ψαλμοῦ μετανοίας στά πλαίσια τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐξαίρει ἰδιαίτερα ὁ ἱερός Χρυσόστομος.

Ἐκεῖνο, ὅμως, τό ὁποῖο διαφοροποιεῖ οὐσιαστικά τήν ἀκολουθία αὐτή ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη ἑσπερινή ἀκολουθία εἶναι κυρίως τό γεγονός ὅτι κατά τήν τέλεσή της δίδεται στούς πιστούς ἡ δυνατότητα μιᾶς πραγματικῆς συνάντησης καί κοινωνίας μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἀφοῦ μποροῦν νά μεταλάβουν ἀπό τά Τίμια Δῶρα, πού καθαγιάστηκαν κατά τή Θεία Λειτουργία τῆς προηγούμενης Κυριακῆς. Καί αὐτό, διότι κατά τίς ἡμέρες αὐτές ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε νά μήν τελεῖται ἡ κανονική Θεία Λειτουργία, γιά νά μήν διαταράσσεται ἀπό τόν δοξολογικό της χαρακτήρα ἡ κατανυκτική ἀτμόσφαιρα τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν. "Ὁμοῦ δέ χαίρειν καί πενθεῖν ἀσύμβατόν τε καί ἀνακόλουθον", ὅπως λέγει ἕνα ἀρχαῖο κείμενο.

Ὡστόσο αὐτό τό "συνεσκιασμένον καί πενθηρόν καί μυστικόν" τῆς κατανυκτικῆς αὐτῆς τελετῆς δέν ἔχει καμιά σχέση πρός τό κραυγαλέο πένθος τῆς δυτικῆς πνευματικότητας ἤ τά μελαμβαφῆ ἄμφια, πού κατέκλυσαν τά τελευταῖα χρόνια καί τούς δικούς μας ναούς. Ἀλλά ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τό χαροποιόν πένθος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας, μ' αὐτό τό θρηναγάλλιασμα τῆς ψυχῆς, πού ἐκφράζεται κατά ξεχωριστό τρόπο στόν εἰδικό χερουβικό ὕμνο τῆς ἀκολουθίας, "Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν...". Πρόκειται γιά τόν ὕμνο πού ψάλλεται κατά τήν εἰσόδευση τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἀπό τήν πρόθεση στήν ἁγία τράπεζα καί προσδίδει στήν ὅλη στιγμή μιά μυστική καί ὑπερκόσμια μεγαλοπρέπεια, "γιατί ἐκφράζει λειτουργικά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τό τέλος μιᾶς μακρᾶς νηστείας, προσευχῆς καί ἀναμονῆς· τόν ἐρχομό τῆς βοήθειας, τῆς ἀνακούφισης καί τῆς χαρᾶς πού περιμένουμε".

Ὄντας, λοιπόν, ἀπό τή φύση της ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων μιά ἑσπερινή ἀκολουθία, συνδυασμένη μέ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία, ἀποτελεῖ τό καλύτερο ἐφαλτήριο ἐκκίνησης σ' αὐτό τό μεῖζον ἀγώνισμα χρησιμοποίησης τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς, στό ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἰδιαίτερα κατ' αὐτή τήν ἱερή περίοδο ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία. Διότι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει τελικά δέν εἶναι οὔτε ἡ νηστεία, οὔτε ἡ ψαλμωδία, οὔτε ἡ προσευχή ἀπό μόνα τους, ἀλλά "τό ἐκτελεῖσθαι ταῦτα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ... ὅταν ἀτενῶς ἡ διάνοια ἐκείνῳ ἐνορᾶ, καί διά τό πρός αὐτόν ὁρᾶν καί νηστεύῃ καί ψάλλῃ καί προσεύχηται". Αὐτή δέ ἡ "ἀτενής ἐνόραση" τοῦ Θεοῦ καί ἡ καύση τῆς καρδίας (Λουκ. κβ´ 32) ἐν ὄψει τῆς βραδυνῆς Θείας Κοινωνίας εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού δίνει ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό νόημα σέ κάθε στιγμή τῆς ἡμέρας πού πέρασε καί ἀποτελεῖ τήν σταυραναστάσιμη ἐκείνη γεύση πού αὐξάνει τόν πόθο τῶν χριστιανῶν γιά περισσότερη χριστοποίηση τῆς ζωῆς τους "ὅτι χρηστός ὁ Κύριος" (Ψαλ. λγ´ 9).
  Πηγή:῾Αγία Ζώνη

῾Η πρώτη ἡμέρα τῆς Τεσσαρακοστῆς (Ιωάννου Μ. Φουντούλη)


ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Αν θέλει να ζήσει κανείς το λειτουργικό πλούτο, το θαυμαστό μυστικό μεγαλείο της Μ. Τεσσαρακοστής, πρέπει να προσπαθήσει να ξεφύγει από την επιφάνεια της. Επιφάνεια είναι αυτό που βλέπομε και που γνωρίζομε όλοι μας κατά τις Κυριακές της Τεσσαρακοστής. Έχουν πράγματι κάτι ιδιαίτερο οι Κυριακές αυτές από τις άλλες Κυριακές του υπολοίπου έτους. Τα ειδικά εορτολογικά θέματα, η υμνογραφία, η λειτουργία του Μ. Βασιλείου, που τελείται αντί της λειτουργίας του Χρυσοστόμου, δίνουν σ’ αυτές ένα ξεχωριστό χρώμα. Αλλά οι Κυριακές της Τεσσαρακοστής είναι οάσεις μέσα σ’ αυτήν. Κατ’ ουσία βρίσκονται έξω από αυτήν. Τη γοητεία της αληθινής Τεσσαρακοστής θα την αισθανθεί κανείς μέσα στο «πέλαγος» ή στην «αυχμηρά έρημο», όπως την ονομάζουν οι Πατέρες, αυτής της ίδιας της Τεσσαρακοστής, δηλαδή των καθημερινών, από τη Δευτέρα ως την Παρασκευή των έξι εβδομάδων που την αποτελούν.
Η Εκκλησία μας στις μοναστηριακές ακολουθίες είδε πάντοτε ένα ιδεώδη τρόπο λατρείας, γιαυτό και συν τω χρόνω αντικατέστησε τις παλαιές ιδιαίτερες ενοριακές ακολουθίες με τις μοναχικές. Ιδιαιτέρως όμως κατά την Τεσσαρακοστή προσπάθησε να μεταφέρει τη λατρεία των μοναστηριών στους κοσμικούς ναούς. Αφού οι πιστοί δεν μπορούσαν να βγουν στην έρημο, μετέφερε τις ακολουθίες της ερήμου στις πόλεις. Θέλησε τις κατανυκτικές αυτές ημέρες να κάμει τα λαϊκά μέλη της να γευθούν τις μυστικές καλλονές των μοναστηριακών ακολουθιών· να κάμει λίγο μοναχούς τους λαϊκούς πιστούς. Και δεν είχε άδικο. Στο σύστημα των μοναχικών ακολουθιών της περιόδου της Νηστείας βρίσκεται το αποκορύφωμα ολοκλήρου του έτους. Λίγοι από το λαό μπορούν να τις παρακολουθήσουν. Δεν έχουν ούτε το διαθέσιμο χρόνο, ούτε πολλές φορές και την απαραίτητη ψυχική διάθεση. Αντιθέτως στις μονές, όπου η λατρεία του Θεού αποτελεί το κέντρο της ζωής των μοναχών και το βασικό ενδιαφέρον των αφιερωμένων αυτών ανθρώπων, η εκκλησιαστική ακολουθία της περιόδου της Τεσσαρακοστής γίνεται το εντρύφημα και η μοναδική σχεδόν απασχόληση των πατέρων.
Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια ασθενική σκιαγραφία του λειτουργικού περιεχομένου μιας ημέρας της Τεσσαρακοστής.
Κατά βάση οι ακολουθίες της Τεσσαρακοστής είναι και κατά τον αριθμό και κατά το διάγραμμα οι ίδιες με τις μοναχικές ακολουθίες του υπόλοιπου έτους. Εκείνο που τις διακρίνει είναι το πιο αρχαϊκό τους περιεχόμενο, η παρεμβολή κατανυκτικών τροπαρίων και το ιδιαίτερο μήκος που προσλαμβάνουν με την προσθήκη περισσότερων ψαλμών, αναγνώσεων και άλλων λειτουργικών στοιχείων. Οι ακολουθίες αριθμούνται σε επτά, κατά το ψαλμικό «Επτάκις της ημέρας ήνεσά σε»(Ψαλ. 118,164), αλλά στην ουσία είναι περισσότερες. Η ευλάβεια των μοναχών θέλησε να τις επαυξήσει με προσθήκες και άλλων ακολουθιών, έτσι ώστε η δοξολογία του Θεού κατά την πιο ιερή περίοδο του έτους να είναι σχεδόν ακατάπαυστη. Κάθε μια ακολουθία αντιστοιχεί σε μια ορισμένη περίοδο της ημέρας ή της νύκτας. Είναι ένας σταθμός προσευχής που καθαγιάζει ένα τμήμα του εικοσιτετραώρου.
Η προσευχή αρχίζει με την ακολουθία του Μεσονυκτικού· τα μεσάνυκτα θεωρούνται ως ο πιο κατάλληλος για την προσευχή χρόνος. Μέσα στην ησυχία και στη γαλήνη του κόσμου οι μοναχοί αγρυπνούν και προσεύχονται. Περιμένουν την έλευση του Νυμφίου, του Χριστού, που έρχεται κατά το Ευαγγέλιο, «μέσης νυκτός» (Ματθ. 25,6).
Στην ακολουθία του μεσονυκτικού συνάπτεται η ακολουθία του Όρθρου, η εωθινή (πρωινή) προσευχή. Από τις ιδιορρυθμίες που χαρακτηρίζουν την Τεσσαρακοστή θα δούμε δύο χαρακτηριστικά σημεία· την ψαλμωδία του «Αλληλούια» με τα τριαδικά και το φωταγωγικό. Το «Αλληλούια» ψάλλεται στον ήχο της εβδομάδας σαν επωδός της ωδής του Ησαΐα «εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε ο Θεός» (Ησ. 26, 9-15). Τα τροπάρια που το συνοδεύουν, τα τριαδικά, αποτελούν μια θαυμαστή συμφωνία με το «Αλληλούια» και την ωδή του Ησαΐα. Είναι η πρώτη ψαλμωδία που ακούεται στους ναούς μέσα στο σκοτάδι και στη σιγή της νύχτας. Όλα μαζί συνιστούν μια προτροπή, μια πρόσκληση προς δοξολογία του τριαδικού Θεού από ολόκληρη τη κτίση. Οι άνθρωποι ενώνονται με τους αγγέλους για να ψάλλουν τον τρισάγιο ύμνο στην τρισυπόστατη Θεότητα· «Άγιος, άγιος, άγιος». Πιο κατάλληλος εναρκτήριος ύμνος για την απαρχή της δοξολογίας δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί. «Αλληλούια»- Αινείτε τον Θεό. Η Τεσσαρακοστή είναι η περίοδος του «Αλληλούια»-του αίνου του Θεού.
Προς το τέλος του όρθρου χαιρετίζεται η έλευση του φωτός της ημέρας. Τότε ψάλλονται τα φωταγωγικά τροπάρια, ένα για κάθε ήχο. Αποτελούν ευχαριστία για την αποστολή του υλικού φωτός και δέηση για την έκχυση του νοητού φωτός, του φωτισμού του Χριστού στις ψυχές μας.
Οι ακολουθίες των ωρών είναι τέσσερεις.
  • Η Α΄ (Πρώτη), που αποτελεί μια επέκταση του όρθρου και μια αίτηση ευλογίας των έργων μας, που αρχίζουν την ώρα αυτή- 7 π.μ περίπου.
  • Η Γ΄(Τρίτη), 9 π.μ, είναι η ώρα της καθόδου του αγίου Πνεύματος στους αποστόλους κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Στους ψαλμούς, στα τροπάρια και τις ευχές της ακολουθίας της ώρας αυτής κυριαρχεί το θέμα αυτό. Η δοξολογία και η δέηση για την αποστολή του αγίου Πνεύματος και σ’ εμάς.
  • Η Στ΄ (Έκτη) ώρα (12 το μεσημέρι) και η Θ΄ (Εννάτη- 3 μ.μ) παίρνουν τα θέματα τους από το πάθος του Κυρίου. Η Στ΄ είναι η ώρα της σταυρώσεως και η Θ΄ η ώρα του θανάτου- του «Τετέλεσται». Στην Θ΄ ώρα συνάπτεται και η ακολουθία των Τυπικών. Και σ’ αυτή, σαν συνέχεια του θέματος της Θ΄ ώρας, ακούεται η ψαλμωδία της φωνής του ληστή στο σταυρό «Μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» (Λουκ.23,42), που ψάλλεται σαν επωδός των μακαρισμών του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Είναι μια υπενθύμιση του ευαγγελικού νόμου, αλλά και μια απάντηση του ταπεινού πιστού στα λόγια του Χριστού: Είπες, Κύριε, ότι είναι μακάριοι – ευτυχείς οι πτωχοί τω πνεύματι, οι πραείς, οι ελεήμονες… Εγώ δεν είμαι τίποτε απ’ αυτά, γι’ αυτό σου φωνάζω σαν το ληστή το «Μνήσθητί μου, Κύριε».
Δεν μας μένει καιρός να μιλήσουμε για την ακολουθία του κατανυκτικού εσπερινού με τα θαυμαστά του τροπάρια, τους ψαλμούς και τα αναγνώσματα, ούτε για την καρδιά των ημερών των Νηστειών, τη λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων.
Μόνο δυο λόγια για το Μέγα Απόδειπνο, την ακολουθία που κατακλείει την ημέρα. Είναι μια μακρά ακολουθία, που συνιστά δέηση για την άφεση των αμαρτιών της ημέρας και την ειρηνική και ασκανδάλιστη διέλευση της νύκτας.
Τελειώσαμε τη σύντομη αναδρομή στο λειτουργικό περιεχόμενο των ιερών ημερών της Τεσσαρακοστής. Δεν ήταν παρά μια ασθενική σκιαγραφία. Μια μικρή ανθοδέσμη από τον απέραντο ανθόκηπό της. Μια παρόρμηση για να θελήσομε να μπούμε σ’ αυτόν και να τον γνωρίσομε προσωπικά, εμπειρικά οι ίδιοι.
(Ιωάννου Μ. Φουντούλη, «Λογική Λατρεία»).

Πηγή:http://fdathanasiou.wordpress.com/

Γέροντος Παϊσίου τοῦ ῾Αγιορείτου:1) «῾Η ἀναγνώριση τοῦ σφάλματός μας» 2) «Συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος καί πρόοδος στόν ἀγώνα»


Λόγοι Γ΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ" 
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Ή συναίσθηση της αμαρτωλότητος συγκινεί τον Θεό 
 «Ή αναγνώριση του σφάλματος μας»

- Γέροντα, ό Άββας Ισαάκ λέει ότι πρέπει νά αισθάνεσαι στην προσευχή σαν παιδί[1].
- Ναι, άλλα νά νιώθης ότι είσαι ένα άτακτο παιδί. Νά αναγνωρίζης ότι στενοχώρησες τον Πατέρα σου καί νά κλαις γι' αυτό. Τότε θά νιώθης τά χάδια τά θεϊκά. Όχι νά λές:«Επειδή είμαι παιδί, ό Θεός πρέπει νά μ' αγαπάη καί νά μέ συγχωρή, άς κάνω αταξίες».
- Γέροντα, ανησύχησα, όταν διάβασα στον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης ότι, γιά νά επικαλεσθούμε ­Πατέρα τον Θεό, πρέπει νά έχουμε φθάσει στήν απάθεια[2], αλλιώς είναι ­ύβρις καί κοιδορία [3].
- Ευλογημένη, μή στενοχωριέσαι. Αυτό τό έγραψε ό Άγιος γιά όσους ζουν ρέμπελα καί αμαρτωλά. Όταν όμως αμαρτάνη κανείς, άλλα συναισθάνεται βαθιά την ενοχή του, τότε μπορεί νά ονομάζη ­Πατέρα τον Θεό.
- Γέροντα, αισθάνομαι ότι δέν είμαι εντάξει απέναντι στον Θεό, και αυτό με πονάει.
- Από την στιγμή πού αισθάνεσαι ότι δέν είσαι εντάξει και λές ταπεινά «ήμαρτον, Θεέ μου», ό Θεός συγχωρεί, βοηθάει και χαριτώνει, και άν σέ βρή στήν κατάσταση αυτήν ό θάνατος, θά σωθής. Γιατί δέν λές απλώς πώς δέν είσαι εντάξει και μένεις σέ έναν στραβό δρόμο, αλλά αγωνίζεσαι. Δέν είσαι, Θεός φυλάξοι, σέ δαιμονική κατάσταση.
Λίγο-πολύ, εδώ στο μοναστήρι, όλες οί αδελφές, μέ τήν βοήθεια του Θεού, είστε εν μετάνοια. Ύστερα, νά ξέρης, ό πνευματικός άνθρωπος, όταν αισθάνεται ότι είναι χάλια, δέχεται τήν θεία Χάρη, γιατί είναι ένα ξέπλυμα αυτή ή συναίσθηση πού έχει γιά τήν αμαρτωλότητά του.
Εγώ, όταν κάποιος μέ πόνο μου λέει: «είμαι τέτοιος, τέτοιος», τόν χαίρομαι, γιατί, αφού αναγνωρίζει τά σφάλματα του, θά ελευθερωθή από αυτά. Βρήκα κάποτε έναν άνθρωπο πού έμενε σέ ένα καλύβι μέ τά γατιά, μέ τά σκυλιά. Ούτε φωτιά άναβε, γιατί φοβόταν μήν κάψη τό καλύβι. Ήταν τελείως εγκαταλελειμμένος! Τόν πόνεσα, τόν λυπήθηκα, αυλλά εκείνος μου είπε: «Μή μέ λυπάσαι, μωρέ καλόγερε· εγώ πρέπει νά βασανισθώ.

Άν ήξερες τί έχω κάνει, δέν θά μέ λυπόσουν. Γιά μένα, κι εδώ πού είμαι, πολύ είναι». Έ, αυτόν, ό,τι κι άν έχη κάνει, δέν θά τόν οίκονομήση ό Θεός; Και τώρα[4] πού ήμουν στό νοσοκομείο, ήρθε μιά γυναίκα, πού τά χέρια της ήταν τρυπημένα από τις μεταγγίσεις! Ήταν τελείως χάλια! Δέν είχε ή φουκαριάρα φλέβα γιά φλέβα! «Δέν έχω κανένα καλό, μου λέει.
Μήπως μέ λυπηθή από αυτά ό Θεός και μέ πάρη στον Παράδεισο! Έχω εκείνο, εκείνο τό ελάττωμα...». Και έλεγε-έλεγε ένα σωρό κουσούρια. Τί λεπτή εργασία έκανε στόν εαυτό της! Εγώ σέ τέτοια κατάσταση άλλον άνθρωπο δέν ειδα!
- Γέροντα, άκουσα κάποιον νά λέη: «Έχω τον λογισμό ότι ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια». Είναι σωστός αυτός ό λογισμός;
- Όταν ό άνθρωπος εχη μεγάλη ταπείνωση, αναγνωρίζη τό σφάλμα του, αισθάνεται τήν ένοχη του σέ μεγάλο βαθμό καί ύποφέρη, τότε ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια καί θά τον συγχώρηση.«Παιδί μου, θά του πή, μήν τό σκέφτεσαι πιά· πάει, έληξε». Αν όμως δέν συναισθάνεται τήν ένοχη του καί αναπαύη τόν λογισμό του ότι ό Χριστός θά φερθή μέ επιείκεια καί ευσπλαχνία, αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Δηλαδή ό Χριστός θά βράβευση τους αμαρτωλούς;
Ή καλή αναγνώριση του εαυτού μας συγκινεί τόν Θεό καί μας δίνει βοήθεια θεϊκή καί χαρά παραδεισένια.
Αν μάς βοηθούσε καί ή μή αναγνώριση, ό Θεός ούτε καί αυτήν θά μάς τήν ζητούσε.
- Γέροντα, είπατε «ή καλή αναγνώριση» του εαυτού μας· υπάρχει καί κακή αναγνώριση;
- Ναί, μπορεί νά εχη κανείς λανθασμένη γνώση τοϋ εαυτού του, νά τόν δικαιολογή καί νά αναπαύη τόν λογισμό του. Γι' αυτό, όταν λέω ότι υπάρχει αναγνώριση του σφάλματος, εννοώ ότι υπάρχει έστω καί μιά μικρή προσπάθεια γιά διόρθωση.
Σου χρωστάω π.χ. πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές καί, όταν σέ βλέπω, λέω: «σου χρωστάω καί πεντακόσιες χιλιάδες», άλλά δέν μέ απασχολεί νά επιστρέψω τό χρέος· απλώς αναγνωρίζω ότι έχω ένα χρέος. Μετά άπό λίγο πάλι τό σκέφτομαι καί σου λέω: «ναί, ναί, έχω καί ένα χρέος». Αυτό δέν θά πή αναγνώριση.
Όταν αναγνωρίζη κανείς πραγματικά ότι έχει ένα χρέος, δέν κοιμάται· ψάχνει νά βρή πώς νά τό εξόφληση. Καί τότε, όταν λέη «έχω ένα χρέος», πληροφορείται καί ό άλλος, από τόν τρόπο πού τό λέει, ότι πράγματι τόν απασχολεί τό θέμα.

 «Συναίσθηση της αμαρτωλότητος και πρόοδος στον αγώνα»

- Γέροντα, όταν κανείς δέν πηγαίνη καλά στον αγώνα του, είναι σωστό νά λέη: «Τέτοιος είσαι και θά είσαι. Τίποτε καλύτερο δέν περιμένω άπό σένα»;
- Αν αντιμετωπίζη έτσι τήν κατάσταση του, μπορεί νά πλανηθή· νά φθάση νά πή:«Όσοι είναι νά πάνε στον Παράδεισο, θά πάνε. Επομένως, γιατί νά αγωνισθώ;». Δηλαδή οί Άγιοι άγιασαν χωρίς αγώνα; Αυτός, ενώ δέν αγωνίζεται, περιμένει νά διορθωθή, νά ελευθερωθή από τά πάθη του. Κάνει σάν εκείνον τόν γέρο πού ήθελε νά φάη μούρα και καθόταν κάτω από τήν μουριά μέ ανοιχτό τό στόμα και περίμενε νά πέση κανένα μούρο στό στόμα του.
- Γέροντα, πώς θά καταλάβω άν έχω πνευματική πρόοδο;
- Άν έχης συναίσθηση τής αμαρτωλότητός σου, θά έχης και πνευματική πρόοδο. Όσο μεγαλύτερες βλέπεις τις αμαρτίες σου, τόσο μεγαλύτερη συναίσθηση θά αποκτάς και τόσο θά προοδεύης.
- Μπορεί, Γέροντα, κάποιος νά άναγνωρίζη τό σφάλμα του και νά μήν προοδεύη;
- Όταν ό άνθρωπος άναγνωρίζη τό σφάλμα του και πέφτη ξανά, χωρίς νά θέλη, σημαίνει ότι υπάρχει υπερηφάνεια ή προδιάθεση γιά υπερηφάνεια, και γι' αυτό δέν τόν βοηθάει ό Θεός νά προκόψη.
Τό νά συναισθανθή κανείς τήν αμαρτωλότητά του, είναι μεγάλη δύναμη, μεγάλη υπόθεση. Μετά σιχαίνεται τόν εαυτό του, ταπεινώνεται, αποδίδει όλα τά καλά στήν φιλανθρωπία και στήν αγαθότητα τού Θεού και αισθάνεται μεγάλη ευγνωμοσύνη.
Γι' αυτό ό Θεός αγαπάει περισσότερο τούς αμαρτωλούς πού αναγνωρίζουν τήν αμαρτωλότητά τους, μετανοούν και ζουν με ταπείνωση, παρά εκείνους πού αγωνίζονται πολύ, άλλά δέν αναγνωρίζουν τήν αμαρτωλότητά τους καί δέν έχουν μετάνοια.


1. Βλ. Άββά Ισαάκ τοϋ Σύρου, Οί Ασκητικοί Λόγοι, Λόγος ΙΘ' , σ. 58 κ.έ.
2. Ώς όρος της αγιοπατερικής γλώσσας δηλώνει την μακαρία εκείνη κατάσταση κατά τήν οποία, μετά από μακροχρόνια άσκηση, παύουν νά ενεργούν τά πάθη καί ό άνθρωπος φθάνει μέ τήν Χάρη τοΰ Θεού ­εις μέτρον ηλικίας τον πληρώματος τοϋ Χρίστου .
3. Βλ. Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εις τήν προσευχήν, Λόγος Β' , ΡG 44, 1141Α.
4. Τό 1994, στό Θεαγένειο νοσοκομείο.

Απόσπασμα από τις σελίδες 143-146 του βιβλίου:
            ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
                              ΛΟΓΟΙ Γ΄      
                ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
                  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
       «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
                ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ